Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ήταν λέει, στο σπίτι του πρωθυπουργού…ΚΡΙΣΕΙΣ επιΚΡΙΣΕΩΝ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ. Απόσμασμα

Απόσπασμα 
[...]
"Το λέω και ανατριχιάζω, μακάρι να μπορούσες να δεις αυτά που περιγράφω γιατί δεν περιγράφονται…
… Ήταν άνοιξη. Δεν ξέρω πως έγινε, όπως γίνεται στα όνειρα ξέρεις,
από τη μια στιγμή στην άλλη έγινε άνοιξη κι εγώ καθόμουν
στο ίδιο σημείο που καθόμουν στην αρχή κι έβλεπα σα να ήμουν μπροστά και ταυτόχρονα τελευταίος πίσω, τελευταίος στον ανθρώπινο χείμαρρο… Ναι αυτός ο χείμαρρος έγινε χορτάρι καταπράσινο φρεσκοκουρεμένο, μύριζε κιόλας, είχε και πολλά,
χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες ίσως και εκατομμύρια λουλούδια, μικρά αγριολούλουδα.
 Δε μπορούσα να καταλάβω τι γινόταν –ούτε τώρα που σου μιλάω δεν ξέρω  τι είδα- δεν ξέρω αν είδα ή αν τα φαντάστηκα, δεν  είμαι σίγουρος.
Ρώτησα, ένα ζευγάρι, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, ίσα με 17-18, που έτρεχαν και φώναζαν λέξεις, φώναζαν «ζήτω  η ελευθερία», «δικαιοσύνη», «αξιοπρέπεια», «δημοκρατία», «παιδεία», «υγεία»…. «ζήτω» … «έφυγαν»  «έπεσαν» και άλλα πολλά, κραυγές, συνθήματα γεμάτα ενθουσιασμό… Ρώτησα σαστισμένος, τι είχε γίνει και ξαναείπαν «έφυγαν, δε θα ξαναγυρίσουν, ήρθαμε εμείς η νέα γενιά, τα νέα όνειρα, ο νέος κόσμος, το μέλλον».
…Ρώτησα από πού ήρθατε, ποιοι έφυγαν, γιατί ήρθαν, γιατί χαίρονται…
Μου απάντησαν έκπληκτοι: «Μα που ζεις; Δεν κατάλαβες τίποτα εσύ; Πού ήσουν κρυμμένος; -αυτό μεταξύ μας,  με πλήγωσε πολύ,  ένοιωσα ντροπή, κοκκίνισα… γιατί ήμουν κρυμμένος και –[αναστενάζει]
 »…Άλλαξε ο κόσμος, έφυγαν οι κακοί, ήρθαν οι καλοί, άλλαξαν όλα, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα, απολύτως τίποτα, η γη θα γίνει παράδεισος»… Τρόμαξα. Άνοιξα διάπλατα  τα μάτια και με τσιμπούσα, φοβήθηκα μήπως ήμουν πεθαμένος στον παράδεισο, αλλά ησύχασα, -αν ήμουν στον παράδεισο γιατί να ανησυχώ-, κοίταξα γύρω το μέλλον ήταν λευκό αλλά ευτυχώς είχε πολλά αγριολούλουδα, χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες μικρά πολύχρωμα αγριολούλουδα, ίσως και εκατομμύρια. Συνέχιζαν να περπατάνε και να χοροπηδούν τα δυο παιδιά κι εγώ τα κοιτούσα και προσπαθούσα να καταλάβω, και να χαρώ αλλά δε μπορούσα να χαρώ, ντρεπόμουν, ντρεπόμουν, ντρεπόμουν, που μου είπαν πως ήμουν  κρυμμένος –γιατί ήμουν κρυμμένος -  χωρίς αγώνες,  χαμογελούσα όμως, αυτό το θυμάμαι, χαμογελούσα….
Το κορίτσι πέρασε πάνω από το αγόρι απαλά –απαλά το βλέμμα του, το αγόρι χαμογέλασε… Σεργιάνιζαν στις όχθες του έρωτα…
Ξεμάκρυναν, χάθηκαν στο βάθος, προς ένα καταπράσινο  λόφο ψηλά  με πολλά αγριολούλουδα, κι ο ουρανός ήταν γαλάζιος, καθαρός χωρίς κανένα σύννεφο ο ήλιος λαμπερός και ζεστός κι ένα απαλό αεράκι σα χάδι που μύριζε, μύριζε σαν… δεν ξέρω …μοσχομύριζε πάντως, σα να ήταν η τελευταία μέρα της Άνοιξης…
Κι όπως προσπαθούσα να καταλάβω που ακριβώς βρισκόμουν, στη γη, στον ουρανό, στη πόλη μου, τη γειτονιά, στην αυλή μου, ήταν τόσο πολύπλοκες οι εικόνες και οι εναλλαγές των εικόνων και δεν ήξερα ποιος είμαι, τι ακριβώς έκανα, τι περίμενα, ξάφνου ένα μικρό παιδί, ήταν δεν ήταν 4 ετών, όμορφο, πολύ όμορφο με ωραία γαλάζια μάτια, στάθηκε απέναντί μου, αυστηρό, με ύφος επιτακτικό, κουνώντας το χέρι του μου είπε κατάματα:
«Κοίτα, κοίτα γύρω σου, αυτός είναι ο νέος κόσμος, ολόλευκος, καθαρός, αμόλυντος, μην τυχόν και τον βρωμίσετε ξανά
εσείς οι μεγάλοι, εσύ είσαι υπεύθυνος, θα λογοδοτήσεις αν τον λερώσεις πουθενά εσύ και οι όμοιοι σου. Να βγάλεις τα παπούτσια σου και να περπατήσεις πάνω εδώ, στο καταπράσινο γρασίδι, με τα χιλιάδες μικρά αγριολούλουδα που μοσχομυρίζουν… και μην τυχόν διανοηθείς να πατήσεις τα λουλούδια…»    
Κοιτούσα.
Με κοιτούσε.
Περίμενα. Δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν είχα στόμα, δεν είχα φωνή, δεν ξέρω αν είχα πρόσωπο… Τα μάτια μου περίμεναν με αγωνία.
Συνέχισε να με κοιτάει.
Περίμενε.
Περίμενε, να απαντήσω, να του πω… να του πω «Ναι».
Γονάτισα, να είμαι στο ύψος του, ίσος προς ίσο, για να του απαντήσω αληθινά και χαρούμενα και περήφανα «Ναι, αυτόν το νέο κόσμο θα τον προσέχω, θα τον φυλάξω, καθαρό και όμορφο όπως μου τον παρέδωσες και ακόμη πιο καλό»
…Μόλις το είπα, χάθηκε από τα μάτια μου, εξαφανίστηκε, κοίταξα γύρω μου, πουθενά.
Είχε χαθεί από τα μάτια μου… αλλά  ακουγόταν ένα τραγούδι μελωδικό… φωνές παιδικές, αγγελικές νότες ίσως  και… δε θυμάμαι τίποτα άλλο…
Κοιμάσαι;


ΑΥΤΗ: [ανοίγει τα μάτια, προσποιείται πως άκουγε] Ωραίο όνειρο…

ΚΡΙΣΕΙΣ επιΚΡΙΣΕΩΝ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ